doing hw

ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗ & ΒΙΟΧΗΜΙΚΗ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ ΤΗΣ ΠΡΟΠΟΝΗΣΗΣ

ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗ & ΒΙΟΧΗΜΙΚΗ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ ΤΗΣ ΠΡΟΠΟΝΗΣΗΣ

Ο απαιτητικός ρυθμός της βελτίωσης των αθλητικών επιδόσεων, σε σχέση με τον έντονο ανταγωνισμό, οδηγεί πολλούς αθλητές και προπονητές στην υπερβολική προπονητική επιβάρυνση με αποτέλεσμα ακριβώς το αντίθετο από το επιδιωκούμενο. Η μη ικανοποιητική προσαρμογή και η υπερκόπωση ως προπονητικό φαινόμενο, οδηγεί σε μείωση των επιδόσεων και συχνά σε τραυματισμούς που θα εμποδίσουν τον αθλητή να πετύχει τους στόχους του.

Η προσαρμογή των αθλητών στα προπονητικά ερεθίσματα έχει μελετηθεί διεξοδικά.

Από τις αρχές του προηγούμενου αιώνα, με τον Hans Selye ήδη το 1938 να έχει ορίσει τον όρο του «stress», ως κατάσταση του οργανισμού κατόπιν έντονης επίδρασης ενός εξωτερικού παράγοντα και την αρχική θεωρία του  «συνδρόμου της γενικής προσαρμογής» (σχήμα 1.).  Έχει αποδειχθεί ότι όταν ο οργανισμός εκτίθεται σε ένα ερέθισμα στην ποιότητα ή την ένταση του οποίου δεν προσαρμόζεται, τότε ανταποκρίνεται με μια αντίδραση που ονομάζεται «σύνδρομο γενικής προσαρμογής». Τα συμπτώματα αυτού του συνδρόμου είναι σε μεγάλο βαθμό ανεξάρτητα από την ειδική φύση του παράγοντα στον οποίο συμβαίνει η προσαρμογή, έτσι ώστε η αντίδραση να θεωρείται ως σωματική έκφραση της βλάβης καθαυτή.

Το σύνδρομο γενικής προσαρμογής αναπτύσσεται σε τρία διαφορετικά στάδια τα οποία έχουν ονομαστεί:

  1. το στάδιο της αντίδρασης συναγερμού
  2. το στάδιο αντίστασης
  3. το στάδιο της εξάντλησης

σχήμα 1.

Κατά τα δύο πρώτα στάδια το ελεγχόμενο προπονητικό ερέθισμα επιφέρει θετικές επιδράσεις και ο αθλητής βελτιώνεται. Αν το ερέθισμα αυξηθεί, τότε επέρχεται η εξάντληση με τη μορφή της υπερπροπόνησης, αρχικά και της υπερκόπωσης ως τελικό στάδιο.

Βασιζόμενοι στη θεωρία του Selye, οι μετέπειτα Prokop (1959) και Matveev (1964), εξέλιξαν περισσότερο την προπονητική σε σχέση με τον περιοδισμό που πρέπει να ακολουθεί το ετήσιο προπονητικό πρόγραμμα, με σκοπό τη μεγιστοποίηση των προπονητικών ερεθισμάτων και του τελικού (θετικού) αποτελέσματος, αποφεύγοντας το στάδιο της εξάντλησης. Η D. Dasheva και η L. Garkavi στα τέλη της δεκαετίας του ’70 και το ’80 έθεσαν και απάντησαν σε ερωτήματα πόση πρέπει να είναι η επιβάρυνση και ποιες οι βιοχημικές επιπτώσεις κατά την προσαρμογή, με απώτερο σκοπό την βελτίωση της απόδοσης και βέβαια την αποφυγή της υπερκόπωσης.

Η Garkavi είχε διατυπώσει τη νέα, πληρέστερη εκδοχή της θεωρίας του «Σύνδρομου Γενικής Προσαρμογής» και είχε επεξεργαστεί μια νέα μέθοδο ιατρικής θεραπείας, που ονομάζεται «Θεραπεία Ενεργοποίησης». Αυτή η μέθοδος βασιζόταν στην εφαρμογή χαμηλών δόσεων διαφορετικών μη ειδικών ερεθισμάτων (φαρμάκων, ηλεκτρικών εκκενώσεων, σωματικών ασκήσεων κλπ.) με σκοπό να προκαλέσει αντι-στρες αντιδράσεις και να ενεργοποιήσει με αυτόν τον τρόπο τους μηχανισμούς άμυνας του σώματος. Τα μεγέθη των ερεθισμάτων επαληθεύτηκαν σε σχέση με την τυπολογία των αντι-στρες αντιδράσεων που προκαλούνται σε ένα δεδομένο ασθενή.  Καθεμία από αυτές τις αντιδράσεις μπορεί να οριστεί και να μετρηθεί, χρησιμοποιώντας τους δείκτες της Garkavi, με βάση τα αντίστοιχα σε κάθε ένα από αυτά αιμογράμματα λευκών αιμοσφαιρίων.

«Σημαντική προϋπόθεση για την εξασφάλιση της επίδρασης της προπόνησης είναι η επίδραση των προπονητικών φορτίων, η οποία οδηγεί στην αύξηση του επιπέδου της ομοιοστατικής ρύθμισης και στην κινητοποίηση των ενεργειακών και πλαστικών πόρων του σώματος «. Atko Viru. «Hormonal mechanisms of adaptation and training» 1981.

Παρ’ όλο που από τις αρχές του προηγούμενου αιώνα (Е. Grawitz 1910) γνωρίζουμε ότι η έντονη μυϊκή καταπόνηση αυξάνει τον αριθμό των λευκών αιμοσφαιρίων, η επιστήμη πλέον, με την περαιτέρω εξέλιξη της βιοχημείας της άσκησης και με ειδικές εξετάσεις, μπορούμε πλέον να προσδιορίσουμε με ακόμη μεγαλύτερη λεπτομέρεια τις μεταβολικές διαδικασίες που συμβαίνουν όχι μόνο στο ορμονικό, αλλά και σε άλλα συστήματα του οργανισμού, ως αποτέλεσμα του προπονητικού φορτίου (Viru).

Κάθε είδους προπονητικό φορτίο εξαντλεί συγκεκριμένες πρωτεΐνες στους ιστούς των οργάνων που εμπλέκονται στην προπόνηση, προκαλώντας τη συσσώρευση συγκεκριμένων μεταβολιτών και την αλλαγή στο εσωτερικό σωματικό περιβάλλον (διαταραχή ομοιόστασης), το επίπεδο του οποίου εξαρτάται από την ποσότητα συγκεκριμένου φορτίου.

Μπορούμε να μετρήσουμε και να ελέγχουμε κατά αυτόν τον τρόπο παραμέτρους που θα μας δώσουν χρήσιμες πληροφορίες για την επιβάρυνση, την ένταση της προπόνησης, διατροφικές ελλείψεις, επικείμενους πιθανούς τραυματισμούς και εν τέλη κατά πόσο ο αθλητής βρίσκεται σε καταβολική ή όχι κατάσταση.

Η σωστή αξιολόγηση των μετρήσεων αυτών, είναι η απαραίτητη πληροφορία προκειμένου ο προπονητής να σχεδιάσει με ακρίβεια και ασφάλεια τα προπονητικά του προγραμμάτα και να μεγιστοποιήσει την αθλητική απόδοση του αθλητή του.