Μόνο τυχαίο δεν είναι που ένας από τους σημαντικότερους δείκτες που πρέπει να παρακολουθεί ένας αθλητής (ή πιο σωστά το επιτελείο που τον παρακολουθεί) είναι η βιταμίνη D. Ο λόγος? Επειδή η ανεπάρκειά της είναι εξαιρετικά κοινή στους αθλητές.
Η βιταμίνη D είναι οργανική ουσία, ανήκει και στις βιταμίνες αλλά και στις ορμόνες. Ο ανθρώπινος οργανισμός είναι σε θέση να την παράγει (με την παρουσία του ηλιακού φωτός), ενώ την προσλαμβάνει και από τη διατροφή του σε ανεπαρκής όμως ποσότητες. Η έκθεσή μας στον ήλιο είναι απαραίτητη προκειμένου να παραχθεί. Η βιταμίνη D είναι στην πραγματικότητα μια ορμόνη και έχει άμεση δράση στα γονίδια μας.
Υπάρχουν διάφοροι παράγοντες που επηρεάζουν πόση βιταμίνη D παράγει το σώμα μας όταν το δέρμα μας εκτίθεται στο φως του ήλιου:
- Η ώρα της ημέρας – το δέρμα μας παράγει περισσότερη βιταμίνη D εάν το εκθέσουμε στον ήλιο στη μέση της ημέρας.
- Την περιοχή που ζούμε – όσο πιο κοντά στον ισημερινό, τόσο πιο εύκολο είναι να παράγουμε βιταμίνη D από το φως του ήλιου όλο το χρόνο.
- Το χρώμα του δέρματός μας – τα αχνά δέρματα παράγουν τη βιταμίνη D πιο γρήγορα από τα πιο σκουρόχρωμα δέρματα.
- Η ποσότητα του δέρματος που εκθέτουμε – όσο περισσότερο δέρμα εκθέτουμε, τόσο περισσότερη βιταμίνη D που θα παράγει το σώμα μας.
Η βιταμίνη D είναι λιποδιαλυτή και επηρεάζει τη λειτουργία σχεδόν 2.000 διαφορετικών γονιδίων. Από άποψη σπουδαιότητας θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι μια «κατηγορία από μόνη της». Έλλειψη ή ανεπάρκεια βιταμίνης D μπορεί να προκαλέσει διαταραχές σε ενεργούς μεταβολίτες της, καθώς και σε ηπατικές, και νεφρικές λειτουργίες. Επιπλέον η ανεπάρκεια διαταράσει την ομαλή οστεοποίηση, οδηγώντας σε ασθένειες μαλάκυνσης των οστών, όπως η ραχίτιδα στα παιδιά. Μπορεί επίσης να επιδεινώσει την οστεομαλακία και την οστεοπόρωση σε ενήλικες με αποτέλεσμα αυξημένο κίνδυνο καταγμάτων οστών. Η μυϊκή αδυναμία είναι επίσης κοινό σύμπτωμα ανεπάρκειας βιταμίνης D, αυξάνοντας περαιτέρω τον κίνδυνο πτώσης και καταγμάτων οστών σε ενήλικες. Άλλες σημαντικές δυσλειτουργίες που μπορεί να προκληθούν ή να χειροτερέψουν περιλαμβάνουν τον διαβήτη, την παχυσαρκία, την κατάθλιψη και το ανοσοποιητικό σύστημα.
Στο ανθρώπινο σώμα, η βιταμίνη D παράγεται ως D3. Αυτό συμβαίνει σε όλα τα ζώα. Στα φυτά αντίστοιχα, παράγεται ως D2. Επομένως, εάν βρείτε “φυτικά προϊόντα, για χορτοφάγους” που να περιέχουν D3, να είστε επιφυλακτικοί καθώς η D3 έχει μόνο ζωική προέλευση. Όσον αφορά τα συμπληρώματα διατροφής για να εξαχθεί η D3 συνήθως παράγεται από μαλλί προβάτου!! Από την επεξεργασία του λίπους που περιέχεται στο μαλλί, εξάγεται η ουσία λανολίνη. Στη συνέχεια, από τη λανολίνη παράγεται 7-δεϋδροχοληστερόλη, η οποία με ακτινοβόληση UVB παράγει χοληκαλσιφερόλη ή αλλιώς «βιταμίνη D3«.
Για να μετρηθούν τα επίπεδα της βιταμίνης D3 στον οργανισμό, χρησιμοποιείται πάντα η αιματολογική εξέταση «25 υδροξυβιταμίνη D» ή χαλκιδιόλη ή εν συντομία 25(OH)D. Η εξέταση αυτή μετράει την αποθηκεύσιμη μορφή της D. Σε αθλητές η τιμή του δείκτη πρέπει να κυμαίνεται κατ’ ελάχιστο στα 40 νανογραμμάρια ανά χιλιοστόλιτρο (ng/mL).
Η ανεπάρκεια βιταμίνης D είναι κοινή στους αθλητές. Συμπτώματα όπως οστικά οιδήματα, κατάγματα κόπωσης, μυοσκελετικοί πόνοι, θα πρέπει να μας υποψιάσουν μήπως ο αθλητής παρουσιάζει έλλειψη σε βιταμίνη D. Επίσης υπάρχει ισχυρή συσχέτιση μεταξύ της επάρκειας της βιταμίνης D και της βέλτιστης λειτουργίας των μυών. Τα αυξημένα επίπεδα βιταμίνης D μειώνουν φλεγμονές, τον πόνο και τη μυοπάθεια ενώ αυξάνουν τη σύνθεση των μυϊκών πρωτεϊνών, τη συγκέντρωση του ΑΤΡ, την αντοχή, τη δύναμη και την ταχύτητα. Επίπεδα 25 (OH) D άνω των 40 ng / mL απαιτούνται για πρόληψη κατάγματος, συμπεριλαμβανομένων καταγμάτων κόπωσης. Τα βέλτιστα μυοσκελετικά οφέλη εμφανίζονται σε επίπεδα 25 (OH) D αρκετά πάνω από τον τρέχοντα ορισμό της επάρκειας (> 30 ng / mL).
Η διόρθωση αυτής της ανεπάρκειας ολοκληρώνεται με τυποποιημένα και ειδικά εποπτευόμενα πρωτόκολλα συμπληρώματος D3 από το στόμα που παράγουν σημαντικά οφέλη για την υγεία, αλλά και την βελτίωση της αθλητικής απόδοσης.
